Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

«Εξαιρετικές» Πολιτικές (για τη Νεολαία) για «Εξαιρετικές» Εποχές




Τα δύο τελευταία χρόνια η χώρα μας βιώνει την δυσκολότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της. Βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση, κάτι που στην πολιτική επιστήμη θα ονομάζαμε «κατάσταση εξαίρεσης» ή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται σκληρά μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης που, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνουν τον δραστικό περιορισμό του Δημοσίου.

Από τις πολιτικές αυτές δεν κατάφερε να γλιτώσει ούτε ο Τομέας της Νεολαίας, ο οποίος έτσι κι αλλιώς υπολειτουργούσε πάντοτε στην Ελλάδα – με εξαίρεση, ίσως, τη δεκαετία του ’80 όπου η ίδρυση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς συνοδεύτηκε με την εισαγωγή πληθώρας προγραμμάτων και σημαντικών παροχών για τους νέους. Έτσι, τον Αύγουστο που μας πέρασε, μάθαμε ότι στους οργανισμούς του Δημοσίου που πρόκειται να συγχωνευθούν ή να καταργηθούν θα συμπεριληφθούν τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας – μετά από 60, περίπου, χρόνια λειτουργίας – όσο και το Ινστιτούτο Νεολαίας. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποτελεί τον πρώτο κρίκο σε μια αλυσίδα μελλοντικών ενεργειών που θα αποδομούν τον δημόσιο χαρακτήρα των πολιτικών για τους νέους, εξέλιξη που προκύπτει σχεδόν «αναγκαστικά» εξαιτίας της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας αλλά που δεν συνάδει καθόλου με τις αυξημένες ανάγκες των σημερινών νέων για στοχευμένες κοινωνικές και άλλες πολιτικές.

Σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και μαζί με αυτήν και ο κοινωνικός αποκλεισμός τους, φαινόμενα βίας σαν αυτά που συνέβησαν τον περασμένο Αύγουστο στο Λονδίνο θα είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Και μάλλον θα είναι δικαιολογημένα. Διότι πώς αλλιώς να αντιδράσει ένας νέος όταν δεν έχει πρόσβαση στην εργασία; Πώς να αντιδράσει όταν κλείνει γι’ αυτόν η πόρτα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, όπως συνέβη στη Βρετανία μετά τον τριπλασιασμό των διδάκτρων που επέβαλε η κυβέρνηση των Συντηρητικών; Όπως ανέφερε ο διάσημος κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman σε πρόσφατο άρθρο του, στη μετανεωτερική κοινωνία η κατανάλωση αποτελεί έναν τρόπο κοινωνικής ενσωμάτωσης. Οι νεαροί εξεγερθέντες του Λονδίνου, κλέβοντας κινητά τηλέφωνα και trendy αθλητικά παπούτσια, βρήκαν στην ουσία έναν τρόπο για να «συμμετάσχουν» σε μια κοινωνία που τους αγνοεί και τους αποκλείει.

Όλη αυτή η ριζοσπαστικοποίηση των νέων θα επαναφέρει μοιραία στο προσκήνιο την κλασσική διαμάχη που διέπει τον γενικότερο σχεδιασμό πολιτικών για τη Νεολαία διαχρονικά: Από τη μια πλευρά βρίσκουμε πολιτικές που εδράζονται στην ιδέα ότι η Νεολαία συνιστά απειλή για την κοινωνία – και, μάλιστα, παρακμιακή –, με τους νέους να παραμένουν επιρρεπείς στη διακινδύνευση με όρους κοινωνικής παθογένειας. Από την άλλη βρίσκουμε πολιτικές που βασίζονται στην άποψη ότι η Νεολαία αποτελεί ελπίδα για τη βελτίωση του κοινωνικού συστήματος, παράγοντα προόδου, πειραματισμού, δεκτικότητας και δημιουργίας. Απέναντι σ’ αυτή τη διαμάχη, δεν υπάρχουν μέσες λύσεις. Οφείλουμε να πάρουμε καθαρή θέση: να συνταχθούμε, δηλαδή, με την πλευρά των νέων.

Σε μια εποχή που το κράτος περιορίζει τις πολιτικές του για τη Νεολαία, τη στιγμή, ακριβώς, που οι νέοι τις έχουν ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τότε ακριβώς είναι που οι τοπικές κοινωνίες, οι οργανώσεις εθελοντών, η Κοινωνία Πολιτών οφείλουν να αναλάβουν ενεργό και ουσιαστική δράση. Ιδού το στοίχημα για τον Τομέα της Νεολαίας. Θα το κερδίσουμε;



* Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος άρθρου μου σε τοπική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: